άνθρωπος
•
- αυτός και αυτή που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή Βικιλεξικό
- στην υφήλιο ζουν 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι
- ο κάθε ένας και η καθεμιά από τους κατοίκους της γης Βικιλεξικό
- είδα έναν άνθρωπο αλλά δε σκέφτηκα να τον ρωτήσω
- αυτός και αυτή που έχει ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που τον/ην κάνουν αποδεκτό/ή από την κοινωνία Βικιλεξικό
- επιτέλους, έγινε άνθρωπος
Ετυμολογία
άνθρωπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνθρωπος | άνθρωποι |
| Γενική | ανθρώπου | ανθρώπων |
| Αιτιατική | άνθρωπο | ανθρώπους |
| Κλητική | άνθρωπε | άνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →