Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνιωθος

/ˈa.ɲo.θos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του άνοιωθος (από το νοιώθω) Βικιλεξικό
    • Και είναι και ντιπ άνιωθος ο άτιμος: δεν φτάνει που ξεπορτίζει με κάθε ευκαιρία, ακόμα κι όταν η Κλειώ είναι με την κοιλιά τούμπανο, πολλές από τις κατακτήσεις του τις βγάζει κι έξω, σε ζαχαροπλαστεία του κέντρου όπου, όπως είναι φυσικό, το έχουμε πετύχει όλη σε κάποια φάση (Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας, 2016 @books.google)

Ετυμολογία

άνιωθος < ά- στερητικό + νιώθ(ω) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνιωθοςάνιωθηάνιωθο
Γενικήάνιωθουάνιωθηςάνιωθου
Αιτιατικήάνιωθοάνιωθηάνιωθο
Κλητικήάνιωθεάνιωθηάνιωθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνιωθοιάνιωθεςάνιωθα
Γενικήάνιωθωνάνιωθωνάνιωθων
Αιτιατικήάνιωθουςάνιωθεςάνιωθα
Κλητικήάνιωθοιάνιωθεςάνιωθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →