άνοιγμα
•
- η ενέργεια του ανοίγω Βικιλεξικό
- το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
- το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει Βικιλεξικό
- από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου
- αρχιτεκτονικήη οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα Βικιλεξικό
- Όταν στο κοινό πλάγιο όριο όμορων οικοπέδων υπάρχει κτίσμα σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κοινό όριο που έχει ανοίγματα στην πλευρά αυτή, το κτίριο οφείλει να έχει κατ’ ελάχιστο απόσταση δ από το κοινό πλάγιο όριο. — Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, άρθρο 14 παρ. 1β
- σκάκιοι πρώτες κινήσεις στο παιχνίδι του σκακιού (βλέπε και Σκακιστικό άνοιγμα στη Βικιπαίδεια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνοιγμα | ανοίγματα |
| Γενική | ανοίγματος | ανοιγμάτων |
| Αιτιατική | άνοιγμα | ανοίγματα |
| Κλητική | άνοιγμα | ανοίγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →