άνοιωστος
•
- μη αντιληπτός Βικιλεξικό
- ακατάληπτος, που δεν τον καταλαβαίνεις Βικιλεξικό
- που δεν καταλαβαίνει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου δεν καταλαβαίνει γιατί δεν έχει τις αισθήσεις του (καθώς κοιμάται ή είναι άρρωστος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άνοιωστος < ά- στερητικό + νοιωστός (< νοιώθ(ω), νοιωσ- + -τος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άνοιωστος | άνοιωστη | άνοιωστο |
| Γενική | άνοιωστου | άνοιωστης | άνοιωστου |
| Αιτιατική | άνοιωστο | άνοιωστη | άνοιωστο |
| Κλητική | άνοιωστε | άνοιωστη | άνοιωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άνοιωστοι | άνοιωστες | άνοιωστα |
| Γενική | άνοιωστων | άνοιωστων | άνοιωστων |
| Αιτιατική | άνοιωστους | άνοιωστες | άνοιωστα |
| Κλητική | άνοιωστοι | άνοιωστες | άνοιωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →