Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνοιωστος

/ˈa.ɲo.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μη αντιληπτός Βικιλεξικό
  2. ακατάληπτος, που δεν τον καταλαβαίνεις Βικιλεξικό
  3. που δεν καταλαβαίνει Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηπου δεν καταλαβαίνει γιατί δεν έχει τις αισθήσεις του (καθώς κοιμάται ή είναι άρρωστος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άνοιωστος < ά- στερητικό + νοιωστός (< νοιώθ(ω), νοιωσ- + -τος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνοιωστοςάνοιωστηάνοιωστο
Γενικήάνοιωστουάνοιωστηςάνοιωστου
Αιτιατικήάνοιωστοάνοιωστηάνοιωστο
Κλητικήάνοιωστεάνοιωστηάνοιωστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνοιωστοιάνοιωστεςάνοιωστα
Γενικήάνοιωστωνάνοιωστωνάνοιωστων
Αιτιατικήάνοιωστουςάνοιωστεςάνοιωστα
Κλητικήάνοιωστοιάνοιωστεςάνοιωστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →