Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοάμυαλος, ανόητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άνους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνους, συνηρημένου τύπου του ἄνοος < ἄ- στερητικό + -νους (νόος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνουςάνουςάνουν
Γενικήάνου—άνου
Αιτιατικήάνου—άνουν
Κλητικήάνους—άνουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνοες—άνοα
Γενικήανόων—ανόων
Αιτιατικήάνοες—άνοα
Κλητικήάνοες—άνοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →