άντε
•
- ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε! Βικιλεξικό
- Άντε στο καλό σου, άνθρωπέ μου!
- εκφράζει προτροπή Βικιλεξικό
- Άντε, σηκωθείτε να πηγαίνουμε!
- εκφράζει έκπληξη ή ειρωνεία Βικιλεξικό
- — Είδα τον αγιο-Βασίλη στο δρόμο! —Άντε! μη μου το λες!
Ετυμολογία
άντε < άμετε < μεσαιωνική ελληνική άμε < αρχαία ελληνική ἄγετε, προστακτική του ἄγω. Δείτε και το άιντε, δάνειο από την οθωμανική τουρκική هایدی (haydi) (τουρκική haydi) ή οθωμανική τουρκική هایده (hayde) (τουρκική hayde).
Άλλοι τύποι
άντε!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →