Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άντυγα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πλαίσιο, συνήθως στην περίμετρο Βικιλεξικό
    • Ειδικότερα, κατά την εκσκαφή διαπιστώθηκε οριζόντια ρωγμή μήκους 2 μ., από την οποία υπήρχε διαρροή στην άνω άντυγα της διατομής (ΕΥΑΘ- Αγωγός Αραβησσού: Ρωγμή 2 μέτρων «έδειξε» η εκσκαφή, Τύπος Θεσσαλονίκης, Typosthes.gr, 05/02/2021 https://www.typosthes.gr/thessaloniki/240874_eyath-agogos-arabissoy-rogmi-2-metron-edeixe-i-ekskafi-foto)

Ετυμολογία

άντυγα < αρχαία ελληνική ἄντυγα, αιτιατική ενικού της λέξης ἄντυξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάντυγαάντυγες
Γενικήάντυγαςαντύγων
Αιτιατικήάντυγαάντυγες
Κλητικήάντυγαάντυγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →