άντωση
•
- φυσικήάνωση, πλευστότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άντωση < αρχαία ελληνική ἄντωσις < ἀντωθέω / ἀντωθῶ < ἀντί + ὠθέω / ὠθῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άντωση | αντώσεις |
| Γενική | άντωσης | αντώσεων |
| Αιτιατική | άντωση | αντώσεις |
| Κλητική | άντωση | αντώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →