άξαντος
•
- που δεν τον έχουν ξάνει, δεν τον έχουν λαναρίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άξαντος < α- + ξαίνω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άξαντος | άξαντη | άξαντο |
| Γενική | άξαντου | άξαντης | άξαντου |
| Αιτιατική | άξαντο | άξαντη | άξαντο |
| Κλητική | άξαντε | άξαντη | άξαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άξαντοι | άξαντες | άξαντα |
| Γενική | άξαντων | άξαντων | άξαντων |
| Αιτιατική | άξαντους | άξαντες | άξαντα |
| Κλητική | άξαντοι | άξαντες | άξαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →