Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άξενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοαφιλόξενος Βικιλεξικό
    • Ο αντισημιτισμός, που ενδημούσε παλαιόθεν στις χώρες της χριστιανικής Ευρώπης, βρήκε τη φρικώδη κορύφωσή του στο Ολοκαύτωμα. Η υποβόσκουσα εχθρότης έναντι των Εβραίων, προϊόν δαιμονοποίησης με θρησκευτική αφετηρία, καθώς και η καταλαλιά για ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς τους (τοκογλυφία, αυτοπροστατευτική απομόνωση κ.ά.), εξηγήσιμα ως παράγοντες επιβίωσης σε συχνά άξενο περιβάλλον, κωδικοποιήθηκαν εγκληματικά από τη χιτλερική Γερμανία και συγκρότησαν το πιο χυδαίο κατηγορώ εναντίον ανθρώπων, με αφορμή την καταγωγή τους. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος ήταν η μοιραία συνέπεια της εγκληματικής ναζιστικής λογικής, που στιγματίζει ανεξίτηλα την πεπολιτισμένη Ευρώπη. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 02.08.2014)

Ετυμολογία

άξενος < αρχαία ελληνική άξενος < ξένος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάξενοςάξενηάξενο
Γενικήάξενουάξενηςάξενου
Αιτιατικήάξενοάξενηάξενο
Κλητικήάξενεάξενηάξενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάξενοιάξενεςάξενα
Γενικήάξενωνάξενωνάξενων
Αιτιατικήάξενουςάξενεςάξενα
Κλητικήάξενοιάξενεςάξενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →