άοπλα
•
- χωρίς όπλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άοπλα < αρχαία ελληνική ἄοπλος, στερ. α- + όπλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
άοπλα < αρχαία ελληνική ἄοπλος, στερ. α- + όπλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →