άορνος
•
- μέρος ή τόπος χωρίς πουλιά Βικιλεξικό
- Η Αχερουσία λίμνη, ήταν τόπος άορνος, όπου τα πτηνά έπεφταν νεκρά λόγω αναθυμιάσεων.
- Η «Άορνος Πέτρα» σε οροπέδιο της Βακτριανής που κυρίευσε ο Μέγας Αλέξανδρος, όπου λόγω του υψομέτρου δεν πετούσαν πουλιά.
Ετυμολογία
άορνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄορνος < ἄ- στερητικό + ὄρνεον (όρνεο, όρνιο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άορνος | άορνη | άορνο |
| Γενική | άορνου | άορνης | άορνου |
| Αιτιατική | άορνο | άορνη | άορνο |
| Κλητική | άορνε | άορνη | άορνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άορνοι | άορνες | άορνα |
| Γενική | άορνων | άορνων | άορνων |
| Αιτιατική | άορνους | άορνες | άορνα |
| Κλητική | άορνοι | άορνες | άορνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →