άπαγε
•
- μακριά από δω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπαγε < αρχαία ελληνική ἄπαγε, β’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ἀπάγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
άπαγε < αρχαία ελληνική ἄπαγε, β’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ἀπάγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →