άπαιχτος
•
- που δεν έχει παιχτεί ή δεν μπορεί να παιχτεί Βικιλεξικό
- άπαιχτη παρτίδα, άπαιχτο χαρτί, άπαιχτος άσος
- προφορικόπου δεν παραστάθηκε στο κοινό Βικιλεξικό
- Το νέο θεατρικό έργο παραμένει άπαιχτο.
- για παιγνιόχαρτοπου δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παιχνίδι Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπου δεν παίζεται, που είναι εκτός συναγωνισμού Βικιλεξικό
- Δεν το συζητώ. Ο τύπος είναι άπαιχτος.
Ετυμολογία
άπαιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄπαικτος (ακατάλληλος για αστεϊσμό) με ανομοίωση τρόπου αρθρώσεως [kt > xt] < ἄ- + παικ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπαιχτος | άπαιχτη | άπαιχτο |
| Γενική | άπαιχτου | άπαιχτης | άπαιχτου |
| Αιτιατική | άπαιχτο | άπαιχτη | άπαιχτο |
| Κλητική | άπαιχτε | άπαιχτη | άπαιχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπαιχτοι | άπαιχτες | άπαιχτα |
| Γενική | άπαιχτων | άπαιχτων | άπαιχτων |
| Αιτιατική | άπαιχτους | άπαιχτες | άπαιχτα |
| Κλητική | άπαιχτοι | άπαιχτες | άπαιχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →