Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπαιχτος

/ˈa.pe.xtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει παιχτεί ή δεν μπορεί να παιχτεί Βικιλεξικό
    • άπαιχτη παρτίδα, άπαιχτο χαρτί, άπαιχτος άσος
  2. προφορικόπου δεν παραστάθηκε στο κοινό Βικιλεξικό
    • Το νέο θεατρικό έργο παραμένει άπαιχτο.
  3. για παιγνιόχαρτοπου δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παιχνίδι Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποπου δεν παίζεται, που είναι εκτός συναγωνισμού Βικιλεξικό
    • Δεν το συζητώ. Ο τύπος είναι άπαιχτος.

Ετυμολογία

άπαιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄπαικτος (ακατάλληλος για αστεϊσμό) με ανομοίωση τρόπου αρθρώσεως [kt > xt] < ἄ- + παικ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπαιχτοςάπαιχτηάπαιχτο
Γενικήάπαιχτουάπαιχτηςάπαιχτου
Αιτιατικήάπαιχτοάπαιχτηάπαιχτο
Κλητικήάπαιχτεάπαιχτηάπαιχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπαιχτοιάπαιχτεςάπαιχτα
Γενικήάπαιχτωνάπαιχτωνάπαιχτων
Αιτιατικήάπαιχτουςάπαιχτεςάπαιχτα
Κλητικήάπαιχτοιάπαιχτεςάπαιχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →