Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπαν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπαν < άπας < αρχαία ελληνική ἅπας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάπανάπαντα
Γενικήάπαντοςαπάντων
Αιτιατικήάπανάπαντα
Κλητικήάπανάπαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απάν'

επίρρημα
•
  1. απάνω (μετά από έκθλιψη ή ιδιωματικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάν' < απάνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →