άπαν
•
- το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπαν < άπας < αρχαία ελληνική ἅπας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άπαν | άπαντα |
| Γενική | άπαντος | απάντων |
| Αιτιατική | άπαν | άπαντα |
| Κλητική | άπαν | άπαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →