άπας
•
- όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως Βικιλεξικό
- Δεν θέλω να του ξαναμιλήσω στον αιώνα τον άπαντα ("ποτέ")
- Να εγερθούν άπαντες οι κατηγορούμενοι
- Εις άπασαν την επεικράτειαν
- το ουδέτερο ως ουσιαστικό, στον ενικό και στον πληθυντικό σημαίνει "τα πάντα": Βικιλεξικό
- Μια χαρά θα περνάς και ως συνταξιούχος -η δουλειά δεν είναι το άπαν στη ζωή
- Τα άπαντα του Καρκαβίτσα (όλα τα έργα το Καρκαβίτσα, τα πάντα)
Ετυμολογία
άπας < αρχαία ελληνική ἅπας, ἅπασα, ἅπαν
Άλλοι τύποι
άπανάπασα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →