Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπας

επίθετο
•
  1. όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως Βικιλεξικό
    • Δεν θέλω να του ξαναμιλήσω στον αιώνα τον άπαντα ("ποτέ")
    • Να εγερθούν άπαντες οι κατηγορούμενοι
    • Εις άπασαν την επεικράτειαν
  2. το ουδέτερο ως ουσιαστικό, στον ενικό και στον πληθυντικό σημαίνει "τα πάντα": Βικιλεξικό
    • Μια χαρά θα περνάς και ως συνταξιούχος -η δουλειά δεν είναι το άπαν στη ζωή
    • Τα άπαντα του Καρκαβίτσα (όλα τα έργα το Καρκαβίτσα, τα πάντα)

Ετυμολογία

άπας < αρχαία ελληνική ἅπας, ἅπασα, ἅπαν

Άλλοι τύποι

άπανάπασα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →