άπατρις
•
- όπως στο : που είναι άπατρις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπατρις < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄπατρις < (ά-) ἀ- στερητικό + αρχαία ελληνική πατρίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άπατρις | απάτριδες |
| Γενική | απάτριδος | {απατρίδων} / απάτριδων |
| Αιτιατική | {άπατριν} / απάτριδα | απάτριδες |
| Κλητική | άπατρις | απάτριδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →