άπειρο
•
- το διάστημα, το σύμπαν Βικιλεξικό
- Το άπειρο / από τον χρόνο / δεν νιώθει άλλο / παρά το άχρωμο διάβα. (Γιώργος Σαραντάρης, Διάβα)
- μαθηματικάμαθηματική έννοια που έχει την υπόσταση αριθμού και συμβολίζεται με ∞ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπειρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου άπειρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άπειρο | — |
| Γενική | άπειρου / απείρου | — |
| Αιτιατική | άπειρο | — |
| Κλητική | άπειρο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →