άπλετος
•
- άφθονος, πολύς Βικιλεξικό
- «Θέματα που ρίχουν σκιές στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπου θα έπρεπε να υπάρχει άπλετο φως», εντόπισε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, αρμόδιος για θέματα διαφθοράς. (* εφημερίδα Αυγή)
- Δεν πειράζει. Έχω άπλετο χρόνο.
- απεριόριστος, απέραντος Βικιλεξικό
- άπλετη αγάπη
Ετυμολογία
άπλετος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄπλετος (τεράστιος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπλετος | άπλετη | άπλετο |
| Γενική | άπλετου | άπλετης | άπλετου |
| Αιτιατική | άπλετο | άπλετη | άπλετο |
| Κλητική | άπλετε | άπλετη | άπλετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπλετοι | άπλετες | άπλετα |
| Γενική | άπλετων | άπλετων | άπλετων |
| Αιτιατική | άπλετους | άπλετες | άπλετα |
| Κλητική | άπλετοι | άπλετες | άπλετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →