Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπληστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή επιθυμία να αποκτά όλο και περισσότερα αγαθά χωρίς να ικανοποιείται ποτέ, πλεονέκτης Βικιλεξικό
    • σαν τον άπληστο χρυσοθήρα που η σκαπάνη του κτυπάει σε μια πλούσια φλέβα χρυσού (Κώστας Αθανασιάδης, Ξεπεταγμένοι, εκδ. Δίφρος, 1960, σελ. 121)

Ετυμολογία

άπληστος < αρχαία ελληνική ἄπληστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπληστοςάπληστηάπληστο
Γενικήάπληστουάπληστηςάπληστου
Αιτιατικήάπληστοάπληστηάπληστο
Κλητικήάπληστεάπληστηάπληστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπληστοιάπληστεςάπληστα
Γενικήάπληστωνάπληστωνάπληστων
Αιτιατικήάπληστουςάπληστεςάπληστα
Κλητικήάπληστοιάπληστεςάπληστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →