άπλυτα
•
- τα άπλυτα ρούχα Βικιλεξικό
- Τα λερωμένα, τ' άπλυτα δεν θα τα ξαναπλύνω και μη σε νοιάζει στο εξής εγώ τι θ’ απογίνω
Ετυμολογία
άπλυτα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου άπλυτος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άπλυτα | άπλυτα |
| Γενική | — | άπλυτων |
| Αιτιατική | — | άπλυτα |
| Κλητική | — | άπλυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →