Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπλυτα

/ˈa.pli.ta/ουσιαστικό
•
  1. τα άπλυτα ρούχα Βικιλεξικό
    • Τα λερωμένα, τ' άπλυτα δεν θα τα ξαναπλύνω και μη σε νοιάζει στο εξής εγώ τι θ’ απογίνω

Ετυμολογία

άπλυτα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου άπλυτος στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάπλυταάπλυτα
Γενική—άπλυτων
Αιτιατική—άπλυτα
Κλητική—άπλυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →