Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άποδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου δεν έχει πόδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άποδος < αρχαία ελληνική ἄπους < ἀ- + πούς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάποδοςάποδηάποδο
Γενικήάποδουάποδηςάποδου
Αιτιατικήάποδοάποδηάποδο
Κλητικήάποδεάποδηάποδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάποδοιάποδεςάποδα
Γενικήάποδωνάποδωνάποδων
Αιτιατικήάποδουςάποδεςάποδα
Κλητικήάποδοιάποδεςάποδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →