Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπολις

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν έχει ιθαγένεια, δεν είναι υπήκοος καμιάς πολιτείας Βικιλεξικό
  2. ιστορίαπου δεν έχει πόλη, δεν είναι (γνήσιος) πολίτης καμιάς πόλης Βικιλεξικό
  3. ιστορίαπου έχει χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα Βικιλεξικό
  4. ιστορίαεξόριστος, τιμωρημένος Βικιλεξικό
  5. ιστορίαπου δεν έχει πόλεις Βικιλεξικό
  6. ιστορίαπου δεν έχει πολίτες ή δεν έχει πολιτική οργάνωση ή θεσμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπολις < αρχαία ελληνική ἄπολις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπολιςάπολιςάπολι
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →