Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπονος

/ˈa.po.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν λυπάται, δεν συμπονά Βικιλεξικό
    • Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, / μας αδίκησες.
    • Πλάση γλυκειά, γλυκύτατε ρυθμέ, αριθμέ, αρμονία, / άναρχε Λόγε, υιέ Θεού, πώς να σε πω, ζωή; / Χρυσόνειρον η κάθε σου ξεχωριστή οπτασία, / μα άπονος είναι και σκληρός ο νόμος «πάντα ρεί». (Ιωσήφ Ραφτόπουλος, Ζωή)
  2. παρωχημένοπου δεν καταβάλλει κόπο ή γίνεται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπονος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἄπονος (χωρίς κόπο) < ἄ- (ά- στερητικό) + πόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπονοςάπονηάπονο
Γενικήάπονουάπονηςάπονου
Αιτιατικήάπονοάπονηάπονο
Κλητικήάπονεάπονηάπονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπονοιάπονεςάπονα
Γενικήάπονωνάπονωνάπονων
Αιτιατικήάπονουςάπονεςάπονα
Κλητικήάπονοιάπονεςάπονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →