άπονος
•
- που δεν λυπάται, δεν συμπονά Βικιλεξικό
- Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, / μας αδίκησες.
- Πλάση γλυκειά, γλυκύτατε ρυθμέ, αριθμέ, αρμονία, / άναρχε Λόγε, υιέ Θεού, πώς να σε πω, ζωή; / Χρυσόνειρον η κάθε σου ξεχωριστή οπτασία, / μα άπονος είναι και σκληρός ο νόμος «πάντα ρεί». (Ιωσήφ Ραφτόπουλος, Ζωή)
- παρωχημένοπου δεν καταβάλλει κόπο ή γίνεται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπονος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἄπονος (χωρίς κόπο) < ἄ- (ά- στερητικό) + πόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπονος | άπονη | άπονο |
| Γενική | άπονου | άπονης | άπονου |
| Αιτιατική | άπονο | άπονη | άπονο |
| Κλητική | άπονε | άπονη | άπονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπονοι | άπονες | άπονα |
| Γενική | άπονων | άπονων | άπονων |
| Αιτιατική | άπονους | άπονες | άπονα |
| Κλητική | άπονοι | άπονες | άπονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →