άππαρος
•
- το άλογο Βικιλεξικό
- Όσην ώραν μου εμίλαν η τζυυρά η πεθθερά μου εγιώ εμέτρουν τεν αππαρόμουγιες τ΄ αππάρου μου (Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, Παροιμίες, Κύπρος https://web.archive.org/web/20220705192208/http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/290192)
Ετυμολογία
άππαρος < ελληνιστική κοινή (υποκοριστικό) ἵππαρος < αρχαία ελληνική (υποκοριστικό) το ἱππάριον < αρχαία ελληνική ἵππος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu- (ταχύς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →