άπροικος
•
- ο χωρίς προίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπροικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπροικος | άπροικη | άπροικο |
| Γενική | άπροικου | άπροικης | άπροικου |
| Αιτιατική | άπροικο | άπροικη | άπροικο |
| Κλητική | άπροικε | άπροικη | άπροικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπροικοι | άπροικες | άπροικα |
| Γενική | άπροικων | άπροικων | άπροικων |
| Αιτιατική | άπροικους | άπροικες | άπροικα |
| Κλητική | άπροικοι | άπροικες | άπροικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →