άπταιστος
•
- ο χωρίς γλωσσικά σφάλματα, τέλειος, άψογος ως προς τη γλώσσα Βικιλεξικό
- Μου απάντησε σε άπταιστα αγγλικά.
Ετυμολογία
άπταιστος < α- στερητικό + πταίω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπταιστος | άπταιστη | άπταιστο |
| Γενική | άπταιστου | άπταιστης | άπταιστου |
| Αιτιατική | άπταιστο | άπταιστη | άπταιστο |
| Κλητική | άπταιστε | άπταιστη | άπταιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπταιστοι | άπταιστες | άπταιστα |
| Γενική | άπταιστων | άπταιστων | άπταιστων |
| Αιτιατική | άπταιστους | άπταιστες | άπταιστα |
| Κλητική | άπταιστοι | άπταιστες | άπταιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →