Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπυρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτό που δεν έχει τεθεί στη φωτιά, άψητο, άβραστο, κυρίως για αγγεία που δεν ψήθηκαν στη φωτιά, χρυσός άπυρος, άπυρο μέλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπυρος < στερ. α- + πυρ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπυροςάπυρηάπυρο
Γενικήάπυρουάπυρηςάπυρου
Αιτιατικήάπυροάπυρηάπυρο
Κλητικήάπυρεάπυρηάπυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπυροιάπυρεςάπυρα
Γενικήάπυρωνάπυρωνάπυρων
Αιτιατικήάπυρουςάπυρεςάπυρα
Κλητικήάπυροιάπυρεςάπυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →