άρα μάρα
•
- λαϊκότροποέκφραση για δήλωση απόλυτης αδιαφορίας για τις συνέπειες ή επιπτώσεις Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόάρες μάρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρα μάρα < άρα / αρά + μάρα (= μαρασμός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →