Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άρα μάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποέκφραση για δήλωση απόλυτης αδιαφορίας για τις συνέπειες ή επιπτώσεις Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόάρες μάρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άρα μάρα < άρα / αρά + μάρα (= μαρασμός)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →