Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άραφτος

/ˈa.ɾa.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ραφτεί Βικιλεξικό
    • 1985 Μ. Καραγάτσης, Ἡ Ἱστορία τῶν Ἑλλήνων, σελ. 248

Ετυμολογία

άραφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄραφος, με μεταπλασμό -φτ- κατά το αντώνυμο ραφτός (< ῥαπτός < ῥάπτω) < ελληνιστική κοινή ἄρραφος, με απλοποίηση γραφής (ρ < ρρ) < αρχαία ελληνική ἀρραφής, με προσαρμογή σε άλλη κλίση. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + ραφτός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάραφτοςάραφτηάραφτο
Γενικήάραφτουάραφτηςάραφτου
Αιτιατικήάραφτοάραφτηάραφτο
Κλητικήάραφτεάραφτηάραφτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάραφτοιάραφτεςάραφτα
Γενικήάραφτωνάραφτωνάραφτων
Αιτιατικήάραφτουςάραφτεςάραφτα
Κλητικήάραφτοιάραφτεςάραφτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →