άραχνος
•
- προφορικόπου βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση, σημαδεμένος από συμφορές ή την εγκατάλειψη, δίνοντας την εντύπωση ατυχίας και παρακμής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άραχνος < αράχνη + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άραχνος | άραχνη | άραχνο |
| Γενική | άραχνου | άραχνης | άραχνου |
| Αιτιατική | άραχνο | άραχνη | άραχνο |
| Κλητική | άραχνε | άραχνη | άραχνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άραχνοι | άραχνες | άραχνα |
| Γενική | άραχνων | άραχνων | άραχνων |
| Αιτιατική | άραχνους | άραχνες | άραχνα |
| Κλητική | άραχνοι | άραχνες | άραχνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →