άρες μάρες
•
- ασυναρτησίες, ανοησίες, ασύντακτος λόγος Βικιλεξικό
- Ἄρες μάρες πιά, Μοῦσα, μὴν ψάλλῃς, / καιρὸς εἶναι τὰ μέτρα ν' ἀφήσῃς, / ἔλα γνῶσι ὀλίγη νὰ βάλῃς, / καὶ μὲ κόσμο καὶ ὕλη νὰ ζήσῃς. (Γεώργιος Σουρής, Ύλη)
Ετυμολογία
άρες μάρες < άρα/αρά (κατάρα) + μάρα (μαρασμός) : ή < άρες μάρες < (κουταμ)άρες, (κουτα)μάρες
Άλλοι τύποι
άρες μάρες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →