Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άρμεγμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αρμέγω Βικιλεξικό
    • Πάντως θα πρέπει να γνωρίζει το ΥπΑΑΤ ότι τα τελευταία χρόνια επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν εργατικά χέρια (τσοπάνηδες) μεγάλος αριθμός αιγοπροβατοτρόφων στρέφεται στη βοοτροφία, όπου υπάρχουν λιγότερα ζώα και αρμέγματα. Αυτό δείχνουν και τα στοιχεία της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Είναι ευκαιρία λοιπόν να στηρίξει τον Έλληνα βοοτρόφο αυτή την περίοδο το ΥπΑΑΤ. (www.agrotypos.gr, 04.01.2022)
  2. συνεκδοχικά: η εκμετάλλευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άρμεγμα < αρμέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάρμεγμααρμέγματα
Γενικήαρμέγματοςαρμεγμάτων
Αιτιατικήάρμεγμααρμέγματα
Κλητικήάρμεγμααρμέγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →