άρουλα
•
- παρωχημένομικρή φορητή εστία που χρησιμεύει στο μαγείρεμα με σχάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρουλα < μεσαιωνική ελληνική ἄρουλα < λατινική arula → και δείτε ἄρουλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρουλα | άρουλες |
| Γενική | άρουλας | αρουλών |
| Αιτιατική | άρουλα | άρουλες |
| Κλητική | άρουλα | άρουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →