άρπισμα
•
- μουσικήη εκτέλεση μιας συγχορδίας με γρήγορο διαδοχικό παίξιμο καθεμιάς νότας Βικιλεξικό
- μουσικήτο μουσικό σημείο (σημάδι) σε παρτιτούρα που υποδεικνύει τον παραπάνω τρόπο εκτέλεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρπισμα < άρπ(α) + -ισμα, απόδοση για την ιταλική arpeggio ή τη γαλλική arpège → δείτε τη λέξη άρπα < ιταλική arpa < πρωτογερμανική *arbiją
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρπισμα | αρπίσματα |
| Γενική | αρπίσματος | αρπισμάτων |
| Αιτιατική | άρπισμα | αρπίσματα |
| Κλητική | άρπισμα | αρπίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →