άρρηκτα
•
- με άρρηκτο τρόπο Βικιλεξικό
- Μια νέα εκπαιδευτική δομή ξυλοναυπηγικής, θα λειτουργήσει, από τη νέα εκπαιδευτική χρονιά, στο Μουσείο Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών Αιγαίου, στη Σάμο, με στόχο τη διαφύλαξη και ανάπτυξη μια τέχνης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική ταυτότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξή της και την επαγγελματική αποκατάσταση όσων ασχολούνται με αυτήν.
Ετυμολογία
άρρηκτα < άρρηκτ(ος) + -α < αρχαία ελληνική ἄρρηκτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →