άρρωστος
•
- που δεν είναι καλά στην υγεία του Βικιλεξικό
- Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
άρρωστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄρρωστος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άρρωστος | άρρωστη | άρρωστο |
| Γενική | άρρωστου | άρρωστης | άρρωστου |
| Αιτιατική | άρρωστο | άρρωστη | άρρωστο |
| Κλητική | άρρωστε | άρρωστη | άρρωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άρρωστοι | άρρωστες | άρρωστα |
| Γενική | άρρωστων | άρρωστων | άρρωστων |
| Αιτιατική | άρρωστους | άρρωστες | άρρωστα |
| Κλητική | άρρωστοι | άρρωστες | άρρωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →