άρχομαι
•
- κυβερνιέμαι, κυριαρχούμαι από κάποιον Βικιλεξικό
- αμετάβατοξεκινώ, αρχίζω Βικιλεξικό
- Ἡ νέα μεθόριος, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ Δουνάβεως πρὸς τὰ ἄνω τῆς Τουρτουκάιας, καταλήγει εἰς τὸν Εὔξεινον Πόντον νοτίως τῆς Ἐκρένας. (Συνθήκη του Βουκουρεστίου)
Ετυμολογία
άρχομαι, παθητική φωνή του ρήματος άρχω # άρχομαι < αρχαία ελληνική ἄρχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →