άρχων
•
- αρχαιοπρεπέςάρχοντας Βικιλεξικό
- ο Ανώτατος άρχων (ο Πρόεδρος μιας προεδρευομένης δημοκρατίας ή ο βασιλιάς μιας συνταγματικά βασιλευομένης δημοκρατίας)
- αρχαιοπρεπέςο ηγέτης ή δυνάστης Βικιλεξικό
- ο άρχων του σκότους (ο Σατανάς σε ευγαγγέλια)
- αρχαιοπρεπέςο άρχοντας στην αρχαία Αθήνα και Σπάρτη, ο ευγενής στο Βυζάντιο ή κατά το Μεσαίωνα γενικότερα, ο τσιφλικάς, ο προύχοντας κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρχων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄρχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρχουσα / άρχοντας / άρχων / άρχον | άρχουσες / άρχοντες / άρχοντα |
| Γενική | άρχουσας / αρχούσης / άρχοντα / άρχοντος / άρχοντος | αρχουσών / αρχόντων / αρχόντων |
| Αιτιατική | άρχουσα / άρχοντα / άρχον | άρχουσες / άρχοντες / άρχοντα |
| Κλητική | άρχουσα / άρχοντα / άρχων / άρχον | άρχουσες / άρχοντες / άρχοντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →