άσειστος
•
- ασάλευτος, που δε σείεται Βικιλεξικό
- μη ευπαθής σε σεισμούς, ασεισμικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσειστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσειστος | άσειστη | άσειστο |
| Γενική | άσειστου | άσειστης | άσειστου |
| Αιτιατική | άσειστο | άσειστη | άσειστο |
| Κλητική | άσειστε | άσειστη | άσειστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσειστοι | άσειστες | άσειστα |
| Γενική | άσειστων | άσειστων | άσειστων |
| Αιτιατική | άσειστους | άσειστες | άσειστα |
| Κλητική | άσειστοι | άσειστες | άσειστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →