άσιαχτος
•
- ατακτοποίητος, απεριποίητος Βικιλεξικό
- «οι Μικρασιάτες είχαν εφεύρει δικές τους λέξεις για να χαρακτηρίζουν κάθε μια ξεχωριστά ανάλογα με την προσωπικότητά της. «Αμακατζού», «χαραμοφάισσα» κι «αρπάχτρα» ήταν η γυναίκα που ζούσε εις βάρος των άλλων και «άσιαχτη» η απεριποίητη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)
Ετυμολογία
άσιαχτος < ά- στερητικό + (σιάχνω) θέμα σιακ- + -τος με ανομοίωση άρθρωσης [kt] > [xt]
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσιαχτος | άσιαχτη | άσιαχτο |
| Γενική | άσιαχτου | άσιαχτης | άσιαχτου |
| Αιτιατική | άσιαχτο | άσιαχτη | άσιαχτο |
| Κλητική | άσιαχτε | άσιαχτη | άσιαχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσιαχτοι | άσιαχτες | άσιαχτα |
| Γενική | άσιαχτων | άσιαχτων | άσιαχτων |
| Αιτιατική | άσιαχτους | άσιαχτες | άσιαχτα |
| Κλητική | άσιαχτοι | άσιαχτες | άσιαχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →