άσιγμος
•
- που δεν περιέχει το γράμμα σίγμα Βικιλεξικό
- τα ενρινόληκτα ρήματα σχηματίζουν άσιγμο αόριστο
Ετυμολογία
άσιγμος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσιγμος | άσιγμη | άσιγμο |
| Γενική | άσιγμου | άσιγμης | άσιγμου |
| Αιτιατική | άσιγμο | άσιγμη | άσιγμο |
| Κλητική | άσιγμε | άσιγμη | άσιγμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσιγμοι | άσιγμες | άσιγμα |
| Γενική | άσιγμων | άσιγμων | άσιγμων |
| Αιτιατική | άσιγμους | άσιγμες | άσιγμα |
| Κλητική | άσιγμοι | άσιγμες | άσιγμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →