Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσκαφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σκάφτηκε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσκαφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄσκαφος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + σκαφ- (σκάπτω) + -τος. → δείτε και τη λέξη άσκαφτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκαφοςάσκαφηάσκαφο
Γενικήάσκαφουάσκαφηςάσκαφου
Αιτιατικήάσκαφοάσκαφηάσκαφο
Κλητικήάσκαφεάσκαφηάσκαφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκαφοιάσκαφεςάσκαφα
Γενικήάσκαφωνάσκαφωνάσκαφων
Αιτιατικήάσκαφουςάσκαφεςάσκαφα
Κλητικήάσκαφοιάσκαφεςάσκαφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →