Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσκεφτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος, αστόχαστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσκεφτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκεφτοςάσκεφτηάσκεφτο
Γενικήάσκεφτουάσκεφτηςάσκεφτου
Αιτιατικήάσκεφτοάσκεφτηάσκεφτο
Κλητικήάσκεφτεάσκεφτηάσκεφτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκεφτοιάσκεφτεςάσκεφτα
Γενικήάσκεφτωνάσκεφτωνάσκεφτων
Αιτιατικήάσκεφτουςάσκεφτεςάσκεφτα
Κλητικήάσκεφτοιάσκεφτεςάσκεφτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →