Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσπιλος

/ˈa.spi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου δε βαρύνεται από καμιά ηθική κηλίδα, άμεμπτος Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικάκαθαρός, ακηλίδωτος Βικιλεξικό
    • Σελίδα λευκή σαν άσπιλο χιόνι, κάτι τελειώνει σε κίνηση αργή. Κι αυτό που θα ’ρθει δε μοιάζει ούτε δείχνει, αχνά αφήνει ίχνη σε άμμο καυτή.

Ετυμολογία

άσπιλος < αρχαία ελληνική ἄσπιλος < ἀ- στερητικό + σπίλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπιλοςάσπιληάσπιλο
Γενικήάσπιλουάσπιληςάσπιλου
Αιτιατικήάσπιλοάσπιληάσπιλο
Κλητικήάσπιλεάσπιληάσπιλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπιλοιάσπιλεςάσπιλα
Γενικήάσπιλωνάσπιλωνάσπιλων
Αιτιατικήάσπιλουςάσπιλεςάσπιλα
Κλητικήάσπιλοιάσπιλεςάσπιλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →