άσπιλος
•
- μεταφορικάπου δε βαρύνεται από καμιά ηθική κηλίδα, άμεμπτος Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάκαθαρός, ακηλίδωτος Βικιλεξικό
- Σελίδα λευκή σαν άσπιλο χιόνι, κάτι τελειώνει σε κίνηση αργή. Κι αυτό που θα ’ρθει δε μοιάζει ούτε δείχνει, αχνά αφήνει ίχνη σε άμμο καυτή.
Ετυμολογία
άσπιλος < αρχαία ελληνική ἄσπιλος < ἀ- στερητικό + σπίλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπιλος | άσπιλη | άσπιλο |
| Γενική | άσπιλου | άσπιλης | άσπιλου |
| Αιτιατική | άσπιλο | άσπιλη | άσπιλο |
| Κλητική | άσπιλε | άσπιλη | άσπιλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπιλοι | άσπιλες | άσπιλα |
| Γενική | άσπιλων | άσπιλων | άσπιλων |
| Αιτιατική | άσπιλους | άσπιλες | άσπιλα |
| Κλητική | άσπιλοι | άσπιλες | άσπιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →