άσπιτος
•
- προφορικόπου δεν έχει σπίτι Βικιλεξικό
- αφού απολύθηκε από τη δουλειά του, έχασε την κατοικία του και έμεινε άσπιτος
Ετυμολογία
άσπιτος < ά- στερητικό + σπίτ(ι) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπιτος | άσπιτη | άσπιτο |
| Γενική | άσπιτου | άσπιτης | άσπιτου |
| Αιτιατική | άσπιτο | άσπιτη | άσπιτο |
| Κλητική | άσπιτε | άσπιτη | άσπιτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπιτοι | άσπιτες | άσπιτα |
| Γενική | άσπιτων | άσπιτων | άσπιτων |
| Αιτιατική | άσπιτους | άσπιτες | άσπιτα |
| Κλητική | άσπιτοι | άσπιτες | άσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →