Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσπονδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. με τον οποίο δεν είναι δυνατόν να συμφιλιωθεί κανείς Βικιλεξικό
    • άσπονδος εχθρός
  2. για έχθρα που δεν μπορεί να σβηστεί Βικιλεξικό
    • άσπονδο μίσος

Ετυμολογία

άσπονδος < (ελληνιστική κοινή) ἄσπονδος < ἀ- στερητικό + σπονδή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπονδοςάσπονδηάσπονδο
Γενικήάσπονδουάσπονδηςάσπονδου
Αιτιατικήάσπονδοάσπονδηάσπονδο
Κλητικήάσπονδεάσπονδηάσπονδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπονδοιάσπονδεςάσπονδα
Γενικήάσπονδωνάσπονδωνάσπονδων
Αιτιατικήάσπονδουςάσπονδεςάσπονδα
Κλητικήάσπονδοιάσπονδεςάσπονδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →