άσπονδος
•
- με τον οποίο δεν είναι δυνατόν να συμφιλιωθεί κανείς Βικιλεξικό
- άσπονδος εχθρός
- για έχθρα που δεν μπορεί να σβηστεί Βικιλεξικό
- άσπονδο μίσος
Ετυμολογία
άσπονδος < (ελληνιστική κοινή) ἄσπονδος < ἀ- στερητικό + σπονδή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπονδος | άσπονδη | άσπονδο |
| Γενική | άσπονδου | άσπονδης | άσπονδου |
| Αιτιατική | άσπονδο | άσπονδη | άσπονδο |
| Κλητική | άσπονδε | άσπονδη | άσπονδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπονδοι | άσπονδες | άσπονδα |
| Γενική | άσπονδων | άσπονδων | άσπονδων |
| Αιτιατική | άσπονδους | άσπονδες | άσπονδα |
| Κλητική | άσπονδοι | άσπονδες | άσπονδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →