άσπορος
•
- που δε σπάρθηκε Βικιλεξικό
- που δεν έσπειρε Βικιλεξικό
- άγονος, στείρος Βικιλεξικό
- που φυτρώνει ή γεννιέται χωρίς σπέρμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσπορος < ά- στερητικό + σπόρ(ος) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπορος | άσπορη | άσπορο |
| Γενική | άσπορου | άσπορης | άσπορου |
| Αιτιατική | άσπορο | άσπορη | άσπορο |
| Κλητική | άσπορε | άσπορη | άσπορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσποροι | άσπορες | άσπορα |
| Γενική | άσπορων | άσπορων | άσπορων |
| Αιτιατική | άσπορους | άσπορες | άσπορα |
| Κλητική | άσποροι | άσπορες | άσπορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →