Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσπορος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σπάρθηκε Βικιλεξικό
  2. που δεν έσπειρε Βικιλεξικό
  3. άγονος, στείρος Βικιλεξικό
  4. που φυτρώνει ή γεννιέται χωρίς σπέρμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσπορος < ά- στερητικό + σπόρ(ος) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσποροςάσπορηάσπορο
Γενικήάσπορουάσπορηςάσπορου
Αιτιατικήάσποροάσπορηάσπορο
Κλητικήάσπορεάσπορηάσπορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσποροιάσπορεςάσπορα
Γενικήάσπορωνάσπορωνάσπορων
Αιτιατικήάσπορουςάσπορεςάσπορα
Κλητικήάσποροιάσπορεςάσπορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →