άσπρο
•
- το λευκό χρώμα, που είναι σύνθεση όλων των χρωμάτων Βικιλεξικό
- το άσπρο του χιονιού
- σου πάνε τα άσπρα
- το άσπρο μέρος ενός πράγματος Βικιλεξικό
- το άσπρο του κοτόπουλου
- το άσπρο του ματιού
- ιστορίαασημένιο νόμισμα της Βυζαντινής περιόδου Βικιλεξικό
- ιστορίανόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας (τουρκικά akçe) καθώς και της βυζαντινής περιόδου Βικιλεξικό
- Καὶ τί πλερωμὴ θέλετε νὰ μὲ δώσετε; Ἄσπρα; Γρόσια; Φλωριά; Καὶ τί νάν τὰ κάμω; (Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Πρώτη)
- ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina), ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio), σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)
- παρωχημένο: χρήματα, περιουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσπρο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου άσπρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άσπρο | άσπρα |
| Γενική | άσπρου | άσπρων |
| Αιτιατική | άσπρο | άσπρα |
| Κλητική | άσπρο | άσπρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →