άσπρος σίφουνας
•
- ονομασία υγρού καθαρισμού γενικής χρήσης Βικιλεξικό
- καθαριστικό «άσπρος σίφουνας», με διπλάσιο αμμονιαζόλ
- μεταφορικάπου καθαρίζει τέλεια και γρήγορα (σα σίφουνας) Βικιλεξικό
- Στην κουζίνα, άσπρος σίφουνας είχε περάσει η θεία Καλλιόπη. Όλα άστραφταν. Ο μαρμάρινος νεροχύτης, τα τζάμια, τα πλακάκια.
Ετυμολογία
άσπρος σίφουνας < από διαφήμιση καθαριστικού της μάρκας Ajax (Azax), από τη δεκαετία του 1970 → δείτε τις λέξεις άσπρος και σίφουνας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →